κρύσταλλος


κρύσταλλος
лёд

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "κρύσταλλος" в других словарях:

  • κρύσταλλος — κρύσταλλος, ο και κρούσταλλο, το και κρουστάλλι, το 1. διαφανής και διαυγής πάγος. 2. η κρυσταλλωμένη πάχνη. 3. καθετί που είναι καθαρό και σαφές: Η υπόθεση είναι κρύσταλλο. 4. διαυγέστατο γυαλί που περιέχει μόλυβδο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κρύσταλλος — ice masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρύσταλλος — ο, η (AM κρύσταλλος, ὁ) 1. κάθε στερεό υλικό τού οποίου τα άτομα είναι διατεταγμένα με καθορισμένο τρόπο και το οποίο παρουσιάζει κανονικότητα στην εξωτερική του επιφάνεια ως αντανάκλαση τής εσωτερικής του συμμετρίας 2. διαφανής και καθαρός πάγος …   Dictionary of Greek

  • πιεζοχαλαζίας — Κρύσταλλος χαλαζία με ομοιογενείς μονοκρυσταλλικές περιοχές. Χάρη στο φαινόμενο του πιεζοηλεκτρισμού, ο π. γίνεται κατάλληλος για χρησιμοποίηση σε ραδιοηλεκτρονικές συσκευές. Στην τεχνική χρησιμοποιούνται ευρύτατα κρύσταλλοι π. τεχνητής ανάπτυξης …   Dictionary of Greek

  • κρυστάλλοιο — κρύσταλλος ice masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυστάλλοις — κρύσταλλος ice masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυστάλλου — κρύσταλλος ice masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυστάλλους — κρύσταλλος ice masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυστάλλων — κρύσταλλος ice masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυστάλλῳ — κρύσταλλος ice masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρύσταλλε — κρύσταλλος ice masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)